εντολέας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή φορέας που δίνει εντολή σε άλλο για την εκτέλεση κάποιου έργου, πράξης ή υπηρεσίας.
2. Πρόσωπο ή οργανισμός που αναθέτει σε επαγγελματία ή αντιπρόσωπο την εκπροσώπηση ή την εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εντολοδόχος ανάδοχος πράκτορας αντιπρόσωπος επίτροπος πληρεξούσιος προμηθευτής πάροχος υπάλληλος εκτελεστής παραλήπτης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εντολέας του δικηγόρου υπέβαλε έφεση κατά της απόφασης.
- Ο εντολέας ανέθεσε στον εργολάβο την ανακαίνιση του σπιτιού.
- Ο εντολέας έδωσε εντολή στην τράπεζα για άμεση μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό.
- Η εντολέας έστειλε οδηγίες στον ταχυδρόμο για την παράδοση του επείγοντος φακέλου.
- Ο εντολέας πλήρωσε προκαταβολή προκειμένου να ξεκινήσει η παροχή υπηρεσιών.