εντάξει
άλλο1. Εκφράζω συμφωνία, αποδοχή ή ότι κάτι είναι αποδεκτό και δεν χρειάζεται αλλαγή.
2. Που βρίσκεται σε ικανοποιητική ή κανονική κατάσταση, χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
όχι απαράδεκτο ακατάλληλο διαφωνώ απορρίπτω ελαττωματικός χάλια απαράδεκτος ύποπτος σκατένιος ανάρμοστα ανεπίτρεπτος απορριπτέος
Παραδείγματα χρήσης
- Εντάξει, πάμε.
- Εντάξει, μπορείς να φύγεις.
- Είναι όλα εντάξει με το αυτοκίνητο;
- Εντάξει, μην ανησυχείς.
- Εντάξει, κάνε το όπως θέλεις.