ενσωματώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι τμήμα και λειτουργικό στοιχείο ενός συνόλου, οργανισμού ή συστήματος, ώστε να συμβάλλω στις λειτουργίες ή στη δομή του.
Συνώνυμα
εντάσσομαι αφομοιώνομαι ενοποιούμαι συγχωνεύομαι συγκαταλέγομαι εναρμονίζομαι εισάγομαι συνδέομαι χωράω ενώνομαι συνενώνομαι προσαρμόζομαι συμμετέχω μπαίνω κολλάω αναμειγνύομαι υιοθετούμαι εγκαθίσταμαι εισάγω εμπλέκομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην καινούργια δουλειά, ενσωματώνομαι γρήγορα στην ομάδα.
- Ως μετανάστης, ενσωματώνομαι δύσκολα στην τοπική κοινωνία.
- Στο νέο λογισμικό, ενσωματώνομαι μέσα σε ένα μεγαλύτερο σύστημα.
- Μέσα στην εταιρεία, ενσωματώνομαι σταδιακά στις επίσημες διαδικασίες.
- Με τα χρόνια, ενσωματώνομαι ολοένα περισσότερο στις τοπικές παραδόσεις.