εμφανώς
επίρρημα1. Με τρόπο που γίνεται εύκολα αντιληπτό ή ορατό, έτσι ώστε κάτι να καθίσταται σαφές στους παρατηρητές.
2. Με τρόπο που υποδηλώνει ή δείχνει κάτι χωρίς ανάγκη περαιτέρω εξήγησης ή τεκμηρίωσης.
Συνώνυμα
φανερά προφανώς σαφώς ξεκάθαρα εμφανέστατα καταφανώς διαφανώς φανερώς προδήλως καθαρά ορατά διακριτά ευδιάκριτα ευκρινώς σαφέστατα αναμφίβολα αποδεδειγμένα εννοείται αδιαμφισβήτητα
Αντώνυμα
κρυφά αόρατα ασαφώς αόριστα απαρατήρητα ανεπαίσθητα διακριτικά μυστικά αθόρυβα σιωπηλά παρασκηνιακά συγκεχυμένα σιωπηρά
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιστήμονας ήταν εμφανώς ικανοποιημένος με τα αποτελέσματα.
- Η κόρη του ήταν εμφανώς κουρασμένη μετά το ταξίδι.
- Οι διαφορές στα δεδομένα ήταν εμφανώς σημαντικές.
- Από τη συζήτηση φάνηκε εμφανώς ότι υπήρχε παρεξήγηση.
- Η ζημιά στο αυτοκίνητο ήταν εμφανώς μεγαλύτερη απ' ό,τι αρχικά νόμιζαν.