εμμονή
ουσιαστικό1. Επαναλαμβανόμενη και επίμονη σκέψη, ιδέα ή εικόνα που κυριαρχεί στον νου, προκαλεί άγχος ή δυσφορία και παρεμβαίνει στην καθημερινή λειτουργία του ατόμου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εμμονή του με την καθαριότητα επηρεάζει την καθημερινότητά του.
- Έχει εμμονή με τα παπούτσια και αγοράζει συνεχώς νέα ζευγάρια.
- Η εμμονή της για την τελειότητα δεν της επιτρέπει να ολοκληρώνει έργα.
- Στον ασθενή διαγνώστηκε εμμονή ιδεών και προτάθηκε θεραπεία.
- Το τραγούδι έγινε εμμονή για όλη την παρέα.