ελαττώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι μικρότερος σε ποσότητα, μέγεθος, ένταση ή βαθμό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.
2. Υφίσταμαι μείωση στην ποιότητα ή στη λειτουργικότητα, παρουσιάζοντας ελάττωμα, φθορά ή μειωμένη απόδοση.
Συνώνυμα
μειώνομαι λιγοστεύω πέφτω κατεβαίνω υποχωρώ περιορίζομαι συρρικνώνομαι σμικρύνομαι μικραίνομαι εξασθενώ αποδυναμώνομαι κοπάζω υποβαθμίζομαι αραιώνω ψαλιδίζομαι στερεύω
Αντώνυμα
αυξάνομαι ανεβαίνω μεγαλώνω επεκτείνομαι ενισχύομαι πολλαπλασιάζομαι ογκώνομαι πληθαίνω μεγεθύνομαι βελτιώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την καταιγίδα, ο άνεμος ελαττώνομαι σταδιακά.
- Αν συνεχίσω να ξεκουράζομαι, ο πόνος θα ελαττώνομαι μέσα στην ημέρα.
- Η παραγωγή του εργοστασίου ελαττώνομαι λόγω έλλειψης πρώτων υλών.
- Όταν ανέβηκε η θερμοκρασία, η υγρασία ελαττώνομαι αισθητά.
- Για να μειωθεί η σπατάλη, πρέπει να ελαττώνομαι η κατανάλωση νερού.