ελέγχομαι

ρήμα

1. Υποβάλλομαι σε εξέταση ή επιθεώρηση προκειμένου να διαπιστωθεί η ορθότητα, η εγκυρότητα ή η συμμόρφωση κάποιου αντικειμένου, διαδικασίας ή δήλωσης.

Συνώνυμα

επιθεωρούμαι εξετάζομαι διασταυρώνομαι παρακολουθούμαι επιτηρούμαι επιβλέπομαι διερευνάμαι τσεκάρομαι σιγουρεύομαι βεβαιώνομαι δοκιμάζομαι συγκρατούμαι καταστέλλομαι επιβεβαιώνομαι καταγράφομαι σκανάρομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο αεροδρόμιο ελέγχομαι από την ασφάλεια κάθε φορά που ταξιδεύω.
  • Στη δουλειά ελέγχομαι συνεχώς από τον προϊστάμενό μου για την πρόοδο των καθηκόντων.
  • Κάθε χρόνο ελέγχομαι προληπτικά στο νοσοκομείο.
  • Μετά τις καταγγελίες ελέγχομαι από τη διοίκηση για πιθανές παραβάσεις.
  • Προσπαθώ να ελέγχομαι όταν συζητάω πολιτικά, ώστε να παραμένω ψύχραιμος.