ελάφρυνση
ουσιαστικό1. Μείωση του βάρους ή της επιβάρυνσης που φέρει ένα σώμα, αντικείμενο ή σύστημα.
2. Μείωση της έντασης ή του βαθμού σωματικού ή ψυχικού πόνου και δυσφορίας.
3. Μείωση οικονομικών υποχρεώσεων, φόρων, προστίμων ή άλλων χρηματοοικονομικών βαρών.
Συνώνυμα
ανακούφιση απάλυνση ξελαφρώμα μείωση ελάττωση απαλλαγή αποφόρτιση αποφόρτωση αποσυμφόρηση περικοπή χαλάρωση διευκόλυνση εκτόνωση αποσυμπίεση ανάσα υποχώρηση
Αντώνυμα
επιβάρυνση επιδείνωση όξυνση φορτίο πίεση καταπόνηση αύξηση ένταση επιδυνάμωση βαρύτητα φόρτωση αναχαίτιση συμφόρηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η ελάφρυνση του πόνου ήταν εμφανής μετά τη φαρμακευτική αγωγή.
- Ζητούν ελάφρυνση των φόρων για τις μικρές επιχειρήσεις.
- Η ανακοίνωση της απόφασης έφερε ελάφρυνση στους κατοίκους της περιοχής.
- Ο δικηγόρος αιτήθηκε ελάφρυνση της ποινής λόγω ελαφρυντικών περιστατικών.
- Η αλλαγή στο ωράριο έφερε ελάφρυνση στο φόρτο εργασίας των υπαλλήλων.