ελάττωμα
ουσιαστικόΣημείο, στοιχείο ή χαρακτηριστικό που μειώνει την πληρότητα, την ποιότητα, την ασφάλεια ή την καλή λειτουργία ενός αντικειμένου, προϊόντος, συστήματος ή ιδιότητας.
Συνώνυμα
ψεγάδι ατέλεια κουσούρι σφάλμα μειονέκτημα βλάβη αστοχία ανωμαλία αδυναμία έλλειμμα ανεπάρκεια δυσλειτουργία στίγμα ελαττωματικότητα κηλίδα πρόβλημα τρύπα γκάφα παραφωνία απόκλιση παραστράτημα
Αντώνυμα
πλεονέκτημα προτέρημα τελειότητα επιδιόρθωση ιδεώδες αρετή προσόν ποιότητα ακεραιότητα πληρότητα πυλώνας πλεονεξία
Παραδείγματα χρήσης
- Το νέο τηλέφωνο είχε ένα εμφανές ελάττωμα στο περίβλημα.
- Υπήρχε ένα ελάττωμα στην ποιότητα της παρτίδας, γι' αυτό την απέσυραν.
- Το ελάττωμα του χαρακτήρα του ήταν ότι αρνιόταν να ζητήσει συγγνώμη.
- Το βρέφος γεννήθηκε με ένα σοβαρό ελάττωμα στην καρδιά.
- Η σύμβαση ακυρώθηκε επειδή περιείχε ένα ουσιώδες ελάττωμα.