εκτιμητός

επίθετο

1. Που προκαλεί εκτίμηση ή σεβασμό λόγω αρετών, συμπεριφοράς, προσφοράς ή αξίας.

2. Που μπορεί να εκτιμηθεί ή να αξιολογηθεί σε αξία, ποιότητα ή σημασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

απαξιωμένος καταφρονημένος ατιμασμένος περιφρονημένος περιφρονητός ασήμαντος ασεβής παραγκωνισμένος αγνοημένος ανεπιθύμητος αδιάφορος μισητός γελοίος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής είναι εκτιμητός για τη δουλειά του.
  • Υπάρχει ένα εκτιμητό όφελος από το πρόγραμμα.
  • Οι συνάδελφοί του τον θεωρούν εκτιμητό.
  • Χρειάζεται εκτιμητός χρόνος για να ολοκληρωθεί το έργο.
  • Στην κοινότητα οι ηλικιωμένοι είναι εκτιμητοί για την πείρα τους.