εκλαμβάνω
ρήμα1. Αποδίδω σε λόγο, χειρονομία, συμπεριφορά ή γεγονός συγκεκριμένη σημασία, έννοια ή πρόθεση, κρίνοντας πώς πρέπει να ερμηνευτεί.
2. Δέχομαι ή θεωρώ κάτι με συγκεκριμένο τρόπο, επηρεάζοντας τη συναισθηματική ή γνωστική αντίδραση απέναντί του.
Συνώνυμα
αντιλαμβάνομαι καταλαβαίνω ερμηνεύω θεωρώ υπολαμβάνω βλέπω παίρνω διακρίνω προσλαμβάνω συμπεραίνω νιώθω κατανοώ παρεξηγώ συλλαμβάνω σκαμπάζω συναισθάνομαι βρίσκω εκτιμώ λαμβάνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Την παρατήρησή του την εκλαμβάνω ως θετική κριτική.
- Η σιωπή της εκλαμβάνεται από κάποιους ως απάντηση.
- Αν εκλάβεις το σχόλιο προσωπικά, θα δυσαρεστηθείς.
- Οι υπαινιγμοί του συχνά εκλαμβάνονται εσφαλμένα.
- Στην εργασία μου εκλαμβάνω την κριτική ως ευκαιρία βελτίωσης.