εκδίδω

ρήμα

1. Βγάζω σε κυκλοφορία έντυπο ή ηλεκτρονικό έργο (βιβλίο, περιοδικό, εφημερίδα) και το καθιστώ διαθέσιμο στο κοινό.

2. Εκδίδω επίσημο έγγραφο, άδεια ή διοικητική πράξη και το παρέχω σε φυσικό ή ηλεκτρονικό πρόσωπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εκδοτικός οίκος θα εκδώσει το νέο μυθιστόρημα τον επόμενο μήνα.
  • Το κράτος εκδίδει διαβατήριο μόνο μετά την ταυτοποίηση των στοιχείων.
  • Η τράπεζα εκδίδει κάρτες για τους νέους πελάτες της.
  • Ο δικαστής έκδωσε ένταλμα σύλληψης.
  • Το πανεπιστήμιο εκδίδει πιστοποιητικά σπουδών στους αποφοίτους.
  • Η επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση για τα αποτελέσματα.