δικαίωση
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή το αποτέλεσμα κατά το οποίο αναγνωρίζεται ότι κάποιος έχει δίκιο, αποκαθίσταται η αλήθεια ή ικανοποιείται ένα αίτημα ή μια προσδοκία.
2. Η ηθική ή πρακτική αποκατάσταση μετά από αδικία, προσπάθεια ή δοκιμασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νίκη της ομάδας ήταν μια μεγάλη δικαίωση για τους κόπους της.
- Μετά από χρόνια αμφισβήτησης, η απόφαση του δικαστηρίου έφερε τη δικαίωση.
- Η επιτυχία της κόρης του ήταν η απόλυτη δικαίωση για την οικογένεια.
- Περίμενε αυτή τη στιγμή σαν μια προσωπική δικαίωση.
- Η δικαίωση των προσπαθειών του ήρθε τελικά αργά, αλλά άξιζε.