διαρρήκτης
ουσιαστικό1. Άτομο που παραβιάζει παράνομα κατοικία, κτίριο ή χώρο εισερχόμενο με βία ή δόλο, συνήθως για να αφαιρέσει αντικείμενα ή χρήματα.
2. Πρόσωπο που ανοίγει ή σπάει κλειδαριές, πόρτες ή χρηματοκιβώτια με σκοπό τη διάρρηξη ή κλοπή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διαρρήκτης μπήκε στο διαμέρισμα από το παράθυρο χθες το βράδυ.
- Η αστυνομία συνέλαβε τον διαρρήκτη αφού κατατέθηκαν οι πρώτες καταγγελίες.
- Οι διαρρήκτες απέφυγαν τις κάμερες και αφαίρεσαν κοσμήματα και ηλεκτρονικές συσκευές.
- Η νέα παράσταση δείχνει τον έρωτα σαν έναν αόρατο διαρρήκτη που ξεκλειδώνει καρδιές.
- Χωρίς να ενεργοποιηθεί ο συναγερμός, ο διαρρήκτης άνοιξε την κεντρική πόρτα με λοστό.
- Στον κυβερνοχώρο τον χαρακτήρισαν ως ψηφιακό διαρρήκτη που παραβίασε προσωπικούς λογαριασμούς.