ένοικος
ουσιαστικό1. Άτομο που διαμένει σε κατοικία, δωμάτιο ή άλλο χώρο υπό μίσθωση ή άλλη συμφωνημένη σχέση, για καθορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ένοικος πλήρωσε το ενοίκιο στην προκαθορισμένη ημερομηνία.
- Η ένοικος του τρίτου ορόφου κάλεσε τον διαχειριστή για τη διαρροή.
- Οι ένοικοι του κτιρίου συμφώνησαν στον νέο κανονισμό συνόλου.
- Κάθε ένοικος πρέπει να τηρεί τους κοινόχρηστους χώρους καθαρούς.
- Ο νέος ένοικος μπήκε στο διαμέρισμα με τα κλειδιά που του παρέδωσε ο ιδιοκτήτης.