δίωξη
ουσιαστικό1. Ενέργεια καταδίωξης ή προσπάθειας σύλληψης, περιορισμού ή ακινητοποίησης προσώπου ή ζώου.
2. Διαδικασία ποινικής δίωξης που ασκείται από τις αρμόδιες αρχές εναντίον προσώπου με σκοπό τη διερεύνηση και την επιβολή ποινικών κυρώσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δίωξη του υπόπτου ξεκίνησε μετά την ανάλυση των στοιχείων.
- Η δίωξη του κλέφτη από τους αστυνομικούς κράτησε λίγα λεπτά στο στενό.
- Πολλοί καταγγέλλουν πολιτική δίωξη λόγω των πεποιθήσεών τους.
- Η δίωξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος απαιτεί εξειδικευμένους τεχνικούς και διεθνή συνεργασία.
- Η δίωξη της δικαιοσύνης είναι βασική αρχή στο κράτος δικαίου.