βελτιώνω
ρήμα1. Επιχειρώ ή πραγματοποιώ παρεμβάσεις ώστε κάτι να βρεθεί σε καλύτερη κατάσταση, ποιότητα ή λειτουργία σε σχέση με πριν.
2. Αυξάνω την αποδοτικότητα, την αποτελεσματικότητα ή την απόδοση μιας διαδικασίας, συσκευής, υπηρεσίας ή δραστηριότητας.
Συνώνυμα
βελτιστοποιώ αναβαθμίζω εκσυγχρονίζω τελειοποιώ διορθώνω μεταρρυθμίζω φτιάχνω αναμορφώνω ενισχύω αναπτύσσω εξελίσσω τροποποιώ επιδιορθώνω ανακαινίζω ανανεώνω εξαίνω
Αντώνυμα
επιδεινώνω υποβαθμίζω επιβαρύνω φθείρω χαλάω καταστρέφω απαξιώνω υπονομεύω βλάπτω διαφθείρω αλλοιώνω διαβρώνω υποσκάπτω στρεβλώνω μολύνω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μέρα βελτιώνω τις γνώσεις μου στην αγγλική γλώσσα.
- Ο μηχανικός βελτιώνει το λογισμικό για καλύτερη απόδοση.
- Οι αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών βελτιώνουν την ποιότητα της εκπαίδευσης.
- Με μικρές παρεμβάσεις, βελτιώνουμε την ενεργειακή απόδοση του κτιρίου.
- Η τακτική άσκηση βελτιώνει την ψυχική και σωματική υγεία.