βαρύς
επίθετο1. Που έχει μεγάλο βάρος ή μάζα και απαιτεί σημαντική δύναμη για να μετακινηθεί ή να στηριχτεί.
2. Που επιφέρει ή εκφράζει σοβαρότητα, δυσκολία ή ψυχικό φορτίο, δημιουργώντας αίσθηση βάρους στην κατάσταση ή στο συναίσθημα.
Συνώνυμα
σοβαρός βαρυσήμαντος βαρύτονος βαριά δυσβάσταχτος ογκώδης ασήκωτος φορτωμένος βαθύς επιβαρυντικός επαχθής βαρύτατος σοβαρότατος αδρός πνιγηρός καταπιεστικός πυκνός παχύς σιδερένιος συμπιεστικός σκληρός έντονος ισχυρός ζόρικος μουντός οδυνηρός σημαντικός σφοδρός εξοντωτικός επίπονος ζοφερός κουραστικός πένθιμος τσουχτερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σάκος είναι βαρύς.
- Το κουτί είναι βαρύ και δεν μπορώ να το σηκώσω.
- Η ατμόσφαιρα στο σπίτι έγινε βαριά μετά τα άσχημα νέα.
- Ο γιατρός είπε ότι πρόκειται για βαριά ασθένεια.
- Ο ντράμερ παίζει με βαρύ ρυθμό.