βαρεμάρα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ανίας και αδιαφορίας κατά την οποία το άτομο δεν βρίσκει ερεθίσματα ή ενδιαφέρον και νιώθει συναισθηματική ληθαργία.
2. Μονότονη ή δυσάρεστη περίσταση ή ατμόσφαιρα που προκαλεί έλλειψη ενδιαφέροντος και κινητοποίησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενδιαφέρον ενθουσιασμός διασκέδαση ψυχαγωγία συναρπασμός ζωντάνια συναρπαστικότητα διασκέδασμα απόλαυση ευχαρίστηση διέγερση παρακίνηση κέφι μπρίο πάρτυ περιπέτεια ατμόσφαιρα ζωηρότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βαρεμάρα με κατέλαβε στο μάθημα.
- Μου προκαλεί βαρεμάρα η επανάληψη των ίδιων πραγμάτων.
- Πέθανε από βαρεμάρα περιμένοντας στο αεροδρόμιο.
- Τι βαρεμάρα! Δεν αντέχω άλλο αυτό το πάρτι.
- Η βαρεμάρα της ρουτίνας με έχει κάνει να ψάχνω νέες εμπειρίες.