αφοσιώνομαι
ρήμα1. Δεσμεύομαι σταθερά και με συνέπεια σε έναν σκοπό, έργο ή άτομο, προσφέροντας χρόνο, προσπάθεια και προτεραιότητα.
2. Ασχολούμαι εντατικά και με αδιάλειπτη προσοχή με μια δραστηριότητα ή εργασία.
Συνώνυμα
αφιερώνομαι προσηλώνομαι δεσμεύομαι επικεντρώνομαι εστιάζομαι παραδίνομαι ασχολούμαι αφήνομαι καταπιάνομαι κολλάω στρέφομαι απασχολούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μέρα αφοσιώνομαι στη μελέτη για τις εξετάσεις.
- Στη σχέση μας αφοσιώνομαι απόλυτα στον σύντροφό μου.
- Στον εθελοντισμό αφοσιώνομαι για να βοηθάω τους συνανθρώπους.
- Ως προπονητής, αφοσιώνομαι στην πρόοδο των νεαρών αθλητών.
- Σε δύσκολες στιγμές, αφοσιώνομαι στην οικογένειά μου για στήριξη.