αυτοάμυνα

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή πρακτική που αποσκοπεί στην προστασία του εαυτού ή άλλων από σωματική επίθεση ή άμεση απειλή.

2. Νομική έννοια που δηλώνει το δικαίωμα ή την πράξη άμυνας απέναντι σε άδικη επίθεση, όταν η αντίδραση είναι ανάλογη και αναγκαία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έμαθε βασικές τεχνικές αυτοάμυνας για να προστατεύεται στον δρόμο.
  • Ο άντρας ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποίησε αυτοάμυνα όταν του επιτέθηκαν.
  • Η νομοθεσία αναγνωρίζει την αυτοάμυνα μόνο σε συγκεκριμένες συνθήκες.
  • Η εταιρεία ενισχύει τα μέτρα αυτοάμυνας στον κυβερνοχώρο για την προστασία των δεδομένων.
  • Η ψυχολόγος περιέγραψε την αυτοάμυνα ως ικανότητα να θέτεις υγιή όρια στις σχέσεις.