αυθεντία

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο με εξειδικευμένες γνώσεις, εμπειρία ή επίσημη αρμοδιότητα σε συγκεκριμένο τομέα, στο οποίο προστρέχουν άλλοι για έγκυρη πληροφόρηση ή καθοδήγηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής είναι αυθεντία στη βυζαντινή τέχνη.
  • Μια ανεξάρτητη αυθεντία επαλήθευσε την ασφάλεια του εξοπλισμού.
  • Για να προχωρήσει το πρόγραμμα, χρειάζονται την αυθεντία των ειδικών.
  • Μίλησε με αυθεντία, αλλά δεν έδωσε σαφείς λύσεις.
  • Τον θεωρούν αυθεντία στον τομέα της μουσικής παραγωγής.