ατίθασος
επίθετο1. Που δεν υπακούει εύκολα σε κανόνες, εντολές ή περιορισμούς και αντιστέκεται στον έλεγχο ή την επιβολή.
2. Που παρουσιάζει ζωηρή ή ακανόνιστη συμπεριφορά ή κίνηση, δύσκολα προσαρμόζεται σε τάξη ή σχήμα (π.χ. για μαλλιά, αντικείμενα ή ζώα).
Συνώνυμα
ανυπάκουος απείθαρχος ανυπότακτος άτακτος αχαλίνωτος ανεξέλεγκτος ασυγκράτητος ασυμμάζευτος άνομος επαναστατικός επαναστατημένος άγριος σκανδαλιάρης παραβατικός
Αντώνυμα
υπάκουος ευπειθής πειθαρχημένος πειθαρχικός υποταγμένος συμμορφωμένος υποτακτικός ήμερος ήρεμος ήσυχος ελεγχόμενος συνετός νομοταγής φρόνιμος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ατίθασος νέος δεν υπάκουε στους κανόνες του σπιτιού.
- Η ατίθαση κόρη δεν κάθεται ποτέ ήσυχη.
- Τα ατίθασα μαλλιά της δίνουν χαρακτήρα στην εμφάνισή της.
- Το άλογο ήταν ατίθασο και χρειαζόταν έμπειρο αναβάτη.
- Οι ατίθασοι μαθητές συχνά προκαλούσαν αναστάτωση στην τάξη.