απόβαση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή πράξη αποβίβασης ανθρώπων, ζώων ή αγαθών από πλοίο, αεροσκάφος ή άλλο μέσο μεταφοράς σε στεριά, λιμένα ή άλλο προορισμό.

2. Σημείο ή τμήμα ακτής, λιμένα ή άλλης περιοχής όπου πραγματοποιείται η αποβίβαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόβαση των πεζοναυτών έγινε τα ξημερώματα.
  • Η απόβαση των επιβατών από το πλοίο κράτησε δύο ώρες.
  • Η απόβαση των σωστικών συνεργείων στην πληγείσα περιοχή ήταν άμεση.
  • Η απόβαση της εταιρείας στην αγορά της Ασίας συνοδεύτηκε από μεγάλες επενδύσεις.
  • Η απόβαση στη Νορμανδία το 1944 θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα στρατιωτικά γεγονότα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.