απρόοπτος
επίθετο1. Που συμβαίνει χωρίς προειδοποίηση ή χωρίς να έχει προβλεφθεί, εμφανιζόμενο ξαφνικά.
2. Που αλλάζει την αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, δημιουργώντας κατάσταση που απαιτεί άμεση ή ιδιαίτερη αντιμετώπιση.
Συνώνυμα
απροσδόκητος αναπάντεχος απρόσμενος αιφνίδιος ξαφνικός αιφνιδιαστικός ξαφνιαστικός απρόβλεπτος ανέλπιστος έκτακτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μια απρόοπτη επίσκεψη των φίλων άλλαξε τα σχέδιά μας.
- Το ταξίδι ακυρώθηκε λόγω ενός απρόοπτου περιστατικού στο αεροδρόμιο.
- Προέκυψαν απρόοπτα έξοδα που δεν τα είχα προβλέψει.
- Η συνάντηση διακόπηκε από ένα απρόοπτο τηλεφώνημα.
- Η ομάδα πέτυχε μια απρόοπτη νίκη στο τελευταίο λεπτό.