απρεπής

επίθετο

1. Που παρεκκλίνει από τους κανόνες ευπρέπειας και τη συμβατική κοινωνική συμπεριφορά.

2. Που εκδηλώνει έλλειψη σεβασμού ή σεμνότητας μέσω του λόγου, των χειρονομιών, της συμπεριφοράς ή της ενδυμασίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σχόλιο ήταν απρεπές και προκάλεσε αντιδράσεις.
  • Ο τρόπος που μίλησε στους ηλικιωμένους ήταν απρεπής.
  • Η εμφάνισή της στη δεξίωση ήταν απρεπής.
  • Η συμπεριφορά του βουλευτή κρίθηκε απρεπής από τα μέσα ενημέρωσης.
  • Έκαναν απρεπείς χλευασμούς εναντίον του συμμαθητή τους.