αποτυχημένος
επίθετο1. Που δεν έχει επιτύχει τον σκοπό, το αποτέλεσμα ή την επιδίωξη που είχε τεθεί σε συγκεκριμένη ενέργεια, προσπάθεια ή έργο.
Συνώνυμα
ανεπιτυχής αποτυχών αναποτελεσματικός άκαρπος ηττημένος άπατος ατελέσφορος λούζερ σκατένιος χάλια άστοχος ατυχής άτυχος καταστροφικός παταγωδής αποτυχιακός απογοητευτικός άχρηστος ξεφτιλισμένος ανεπαρκής κακομοίρης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αποτυχημένος επιχειρηματίας έκλεισε την εταιρεία μετά από χρόνια προσπαθειών.
- Η αποτυχημένη προσπάθεια να σώσει το έργο αποθάρρυνε την ομάδα.
- Το αποτυχημένο πείραμα έδειξε ότι χρειάζονται νέες μετρήσεις.
- Οι αποτυχημένοι πολιτικοί προσπάθησαν να αλλάξουν την εικόνα τους χωρίς αποτέλεσμα.
- Ένιωσε πως ήταν αποτυχημένος όταν δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το πρόγραμμα.