απορροφώ
ρήμα1. Παίρνω μέσα σε ένα υλικό ή σώμα υγρά, αέρια ή σωματίδια, συγκρατώντας ή ορίζοντας τη μεταφορά τους από το εξωτερικό περιβάλλον στο εσωτερικό του.
Συνώνυμα
απορροφάω ρουφάω ρουφώ σπογγίζω αφομοιώνω συγκρατώ κατακρατώ απασχολώ επωμίζομαι αναλαμβάνω προσλαμβάνω καταβροχθίζω δεσμεύω καταπίνω καταναλώνω παίρνω αμβλύνω δέχομαι εισπνέω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ απορροφώ το νερό με το σφουγγάρι όταν σκουπίζω το πάτωμα.
- Εγώ απορροφώ το επιπλέον κόστος της αποστολής για χάρη του πελάτη.
- Εγώ απορροφώ την προσοχή των μαθητών με απλά παραδείγματα.
- Εγώ απορροφώ τους κραδασμούς χάρη στο ειδικό υλικό της επένδυσης.
- Εγώ απορροφώ μέρος της ηλιακής ενέργειας μέσω των φωτοβολταϊκών που εγκατέστησα.