εισπνέω
ρήμα1. Εισάγω αέρα στους πνεύμονες μέσω της μύτης ή του στόματος με διαστολή του θώρακα, ώστε να λαμβάνεται οξυγόνο και να αποβάλλεται διοξείδιο του άνθρακα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη γιόγκα, προσπαθώ να εισπνέω αργά και βαθιά από τη μύτη.
- Σε χώρους με καπνό, πρέπει να αποφεύγω να εισπνέω τον καπνό.
- Όταν ψεκάζω άρωμα στο δωμάτιο, εισπνέω το άρωμά του και αμέσως θυμάμαι το καλοκαίρι.
- Σε περίπτωση διαρροής χημικών, προσπαθώ να μην εισπνέω τους ατμούς και φεύγω σε ασφαλές μέρος.
- Περπατώντας στο δάσος, εισπνέω τον καθαρό αέρα και νιώθω αναζωογόνηση.