αποπληρώνω
ρήμα1. Κάνω πληρωμές (εφάπαξ ή διαδοχικές) με στόχο να καλυφθεί το οφειλόμενο χρηματικό ποσό προς έναν πιστωτή ή φορέα, ώστε να μη υπάρχει πλέον υπόλοιπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα αποπληρώνω μια δόση για το στεγαστικό δάνειο.
- Με το μπόνους του Ιουνίου αποπληρώνω ολόκληρο το υπόλοιπο της πιστωτικής μου κάρτας.
- Αποπληρώνω το χρέος προς τον φίλο μου με μικρές δόσεις, ώστε να μην τον επιβαρύνω.
- Με κάθε πληρωμή αποπληρώνω ένα μέρος του επιχειρηματικού δανείου που πήρα.
- Αποπληρώνω νωρίτερα τα δάνεια για να μειώσω τους τόκους.