αποκαλώ

ρήμα

1. Να αποδίδω σε κάποιον ή σε κάτι ένα συγκεκριμένο όνομα, τίτλο ή προσωνύμιο και να τον/την/το προσφωνώ έτσι.

2. Να χαρακτηρίζω κάποιον ή κάτι με τρόπο που του αποδίδει ιδιότητα, ρόλο ή χαρακτηρισμό, αναφέροντάς τον με το αντίστοιχο όνομα ή επίθετο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Την παλιά μου γειτονιά αποκαλώ ακόμα σπίτι μου.
  • Τον καθηγητή μου αποκαλώ κύριο Νίκο κάθε φορά που τον συναντώ.
  • Συχνά αποκαλώ την αδερφή μου τυχερή επειδή ταξιδεύει πολύ.
  • Το έργο του αποκαλώ αριστούργημα.
  • Στα αρχεία το έγγραφο αποκαλώ οδηγία για ευκολία αναφοράς.