απλοϊκότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία κάτι παρουσιάζεται με υπερβολικά απλό, επιφανειακό ή ανεπαρκώς αναπτυγμένο τρόπο, αγνοώντας σύνθετες πτυχές.
Συνώνυμα
απλοϊσμός αφελότητα αφέλεια απλότητα επιφανειακότητα ρηχότητα επιπολαιότητα ναϊβισμός προχειρότητα απλοποίηση βλακεία ανωριμότητα αθωότητα πρωτογονισμός ανεπιτήδευση
Αντώνυμα
πολυπλοκότητα περιπλοκότητα συνθετότητα λεπτομέρεια εμβάθυνση ακρίβεια βάθος εφευρετικότητα τεχνοτροπία σοφία ευφυΐα επιμέλεια εξυπνάδα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απλοϊκότητα της εξήγησής του βοήθησε όλους να κατανοήσουν το πρόβλημα.
- Η απλοϊκότητα του επιχειρήματος αγνόησε σημαντικές λεπτομέρειες και οδήγησε σε λανθασμένο συμπέρασμα.
- Στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, η απλοϊκότητα μπορεί να προσδώσει κομψότητα και λειτουργικότητα.
- Η απλοϊκότητα του χαρακτήρα της στις σκηνές του έργου υποδήλωνε αθωότητα και ευθύτητα.
- Παρά την απλοϊκότητα του μοντέλου, τα αποτελέσματα ήταν αξιόπιστα για τις πρώτες εκτιμήσεις.