απενεργοποίηση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή ενέργεια κατά την οποία ένα σύστημα, συσκευή, πρόγραμμα ή λειτουργία παύει να λειτουργεί ή μεταβαίνει από ενεργό σε ανενεργό καθεστώς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απενεργοποίηση του υπολογιστή έγινε αυτόματα το βράδυ.
  • Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, η απενεργοποίηση του μηχανήματος είναι απαραίτητη.
  • Η απενεργοποίηση των ειδοποιήσεων έγινε από τις ρυθμίσεις της εφαρμογής.
  • Μετά την παραβίαση ασφαλείας, η απενεργοποίηση του λογαριασμού ήταν προσωρινή.
  • Η απενεργοποίηση της υπηρεσίας για συντήρηση προγραμματίστηκε για το Σαββατοκύριακο.