απαισιοδοξία
ουσιαστικόΣτάση ή διάθεση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη εμπιστοσύνης στις θετικές εξελίξεις και την προσδοκία ότι τα μελλοντικά αποτελέσματα θα είναι δυσμενή ή απογοητευτικά.
Συνώνυμα
απαισιοδοξισμός κατήφεια μαυρίλα σκυθρωπία μουνταδα ζοφερότητα μισέρια απογνώση απογοήτευση μελαγχολία θλίψη αποθάρρυνση
Αντώνυμα
προοπτική αισιοδοξία οπτιμισμός ελπίδα θετικότητα υπεραισιοδοξία προσμονή ενθουσιασμός χαρά ζωτικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απαισιοδοξία για το μέλλον της χώρας ανησυχεί πολλούς πολίτες.
- Μια διάχυτη απαισιοδοξία επικρατεί στον χώρο της αγοράς μετά την κρίση.
- Τον τελευταίο καιρό νιώθω απαισιοδοξία για τις προοπτικές της δουλειάς μου.
- Η ταινία αποτυπώνει με γλαφυρότητα την απαισιοδοξία μιας γενιάς.
- Ο καθηγητής επεσήμανε ότι η απαισιοδοξία μπορεί να επηρεάσει την απόδοση των μαθητών.