αντλώ
ρήμα1. Μεταφέρω ή αφαιρώ υγρό ή αέριο από ένα σημείο σε άλλο με τη βοήθεια αντλίας ή με τη δημιουργία πίεσης/αναρρόφησης, προκαλώντας ροή και εκκένωση.
Συνώνυμα
εξάγω αναρροφώ εκχυλίζω ανασύρω αποσπώ συλλέγω συγκεντρώνω αποκομίζω συμπεραίνω βγάζω εκμαιεύω παίρνω ρουφάω τραβώ απολαμβάνω συνάγω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από το πηγάδι αντλώ καθαρό νερό κάθε πρωί.
- Από τα αρχεία του μουσείου αντλώ πολλά στοιχεία για την έρευνά μου.
- Από την καθημερινή προπόνηση αντλώ δύναμη και αυτοπεποίθηση.
- Από τη συζήτηση με τους συναδέλφους αντλώ νέες ιδέες.
- Από τη γεώτρηση αντλώ πετρέλαιο.