αντιπροσωπεύω
ρήμα1. Δρω εξ ονόματος άλλου προσώπου, ομάδας ή οργανισμού, αναλαμβάνοντας να εκφράσω, να υπερασπιστώ ή να εφαρμόσω τις απόψεις, αποφάσεις ή τα συμφέροντά του.
Συνώνυμα
εκπροσωπώ αναπαριστώ εκφράζω συμβολίζω ενσαρκώνω αντανακλάω παριστάνω παρουσιάζω υποδηλώνω προβάλλω αντιστοιχώ αποτυπώνω αντικατοπτρίζω απεικονίζω δηλώνω περιγράφω υποκαθιστώ συμβαδίζω δείχνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως διευθυντής πωλήσεων, αντιπροσωπεύω την εταιρεία στις διαπραγματεύσεις.
- Ως δικηγόρος, αντιπροσωπεύω τον πελάτη μου στο δικαστήριο.
- Στο συνέδριο, αντιπροσωπεύω την ερευνητική ομάδα που εργάστηκε στο έργο.
- Στο διάγραμμα αυτό, με αυτή τη γραμμή αντιπροσωπεύω τα δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας.
- Με το παραδοσιακό ένδυμα, αντιπροσωπεύω την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού.