αντεπίθεση
ουσιαστικό1. Επιθετική ενέργεια που εκδηλώνεται ως απάντηση σε προηγούμενη επίθεση, με στόχο την ανατροπή της κατάστασης και την ανάκτηση της πρωτοβουλίας εναντίον του αντιπάλου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άμυνα υποχώρηση αναδίπλωση συνθηκολόγηση αποχώρηση εκεχειρία ανακωχή συμβιβασμός παθητικότητα παύση παράδοση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντεπίθεση του στρατού ανάγκασε τον εχθρό να υποχωρήσει.
- Με μια γρήγορη αντεπίθεση στο δεύτερο ημίχρονο, η ομάδα πήρε το προβάδισμα.
- Η κυβέρνηση εξαπέλυσε μια έντονη αντεπίθεση στα μέσα ενημέρωσης για να υπερασπιστεί το νέο νομοσχέδιο.
- Η εταιρεία εξαπέλυσε μια αντεπίθεση απέναντι στην αρνητική κριτική, παρουσιάζοντας νέα στοιχεία.
- Οι αντεπιθέσεις στο ανοικτό γήπεδο δημιούργησαν πολλές ευκαιρίες για γκολ.