αναγγελία

ουσιαστικό

1. Γνωστοποίηση ή ανακοίνωση γεγονότος, περιστατικού ή πρόθεσης προς πρόσωπα ή αρχές με σκοπό την ενημέρωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναγγελία της νέας πολιτικής έγινε κατά τη διάρκεια της σύσκεψης.
  • Κάναμε αναγγελία στο ληξιαρχείο για τη γέννηση του μωρού.
  • Η αναγγελία του θανάτου δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα.
  • Διάβασα μια αναγγελία για εργασία στην τοπική εφημερίδα.
  • Η αναγγελία του γάμου τους αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του δήμου.