ανάρτηση

ουσιαστικό

1. Αντικείμενο που έχει τοποθετηθεί ή κρεμαστεί ώστε να βρίσκεται αναρτημένο πάνω από κάποιο σημείο.

2. Κείμενο, ανακοίνωση ή ψηφιακό περιεχόμενο που τοποθετείται σε πίνακα ανακοινώσεων, σε ιστοσελίδα ή σε κοινωνικό δίκτυο για ενημέρωση ή επικοινωνία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Διάβασα την ανάρτηση σου στο Facebook και συμφωνώ.
  • Έκανα μια ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων του σχολείου.
  • Ο μηχανικός έλεγξε την ανάρτηση του αυτοκινήτου πριν το ταξίδι.
  • Η ανάρτηση του χεριού με μαντήλι βοηθά στην ανάπαυση μετά το κάταγμα.
  • Η ανάρτηση των φωτιστικών στο ταβάνι έγινε χθες το απόγευμα.