ανάγκη

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία υπάρχει έλλειψη ή απαίτηση για κάτι θεωρούμενο απαραίτητο για τη διατήρηση της ζωής, της υγείας, της ασφάλειας ή για την ολοκλήρωση μιας λειτουργίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανάγκη για νερό είναι ζωτικής σημασίας.
  • Έχω μεγάλη ανάγκη να ξεκουραστώ.
  • Δεν υπάρχει ανάγκη να ανησυχείς γι' αυτό.
  • Σε περίπτωση που υπάρχει ανάγκη, καλέστε το ασθενοφόρο.
  • Η κοινωνική ανάγκη για αλληλεγγύη έγινε εμφανής μετά την καταστροφή.