ακυρώνομαι
ρήμα1. Παύω να ισχύω ή να έχω εγκυρότητα, χάνοντας την ικανότητα να παράγω νομικές, πρακτικές ή άλλες συνέπειες.
Συνώνυμα
ανακαλούμαι καταργούμαι αναιρούμαι ακυρώνομαι μηδενίζομαι παύομαι αναστέλλομαι εκπίπτω διαγράφομαι απορρίπτομαι κόβομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δυστυχώς, ως ομιλήτρια στο συνέδριο, ακυρώνομαι λόγω προβλημάτων με τις μεταφορές.
- Μου είπαν ότι αν δεν πληρώσω την προκαταβολή εγκαίρως, ακυρώνομαι.
- Εάν συνεχίσω τις παραβάσεις, ακυρώνομαι από την ομάδα.
- Με την απόφαση του δικαστηρίου, ακυρώνομαι ως συμβαλλόμενος στο συμβόλαιο.
- Λόγω καταγγελιών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακυρώνομαι επαγγελματικά.