ακαλλιέργητος
επίθετο1. Που δεν έχει υποβληθεί σε γεωργική καλλιέργεια ή σε συστηματική φροντίδα· αφορά γη ή έκταση που παραμένει άγονη ή χωρίς καλλιέργειες.
Συνώνυμα
αμόρφωτος αγράμματος απαίδευτος αγροίκος παραμελημένος ανεκμετάλλευτος άγονος απείραχτος αμαθής άξεστος ακατέργαστος αδαής χυδαίος πρωτόγονος έρημος άγριος αφιλόξενος ωμός βάρβαρος ανώριμος
Αντώνυμα
καλλιεργημένος μορφωμένος εκπαιδευμένος εκλεπτυσμένος πολιτισμένος εκπολιτισμένος κουλτουριάρης καλλωπισμένος γονιμός ευπρεπής
Παραδείγματα χρήσης
- Το χωράφι παρέμεινε ακαλλιέργητο για χρόνια.
- Ο κήπος της μοιάζει ακαλλιέργητος μετά τις βροχές.
- Έχει ένα ακαλλιέργητο ταλέντο στη ζωγραφική που χρειάζεται καθοδήγηση.
- Ο τρόπος του συχνά θεωρείται ακαλλιέργητος από τους συναδέλφους του.
- Οι εκτάσεις έγιναν προστατευόμενη περιοχή για να αναπτυχθεί η ακαλλιέργητη φύση.