αιτιολογία
ουσιαστικό1. Παράθεση ή ανάλυση των αιτίων και των λόγων που εξηγούν ένα γεγονός, ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση.
2. Στο ιατρικό πλαίσιο, η εξήγηση ή ο προσδιορισμός της προέλευσης μιας ασθένειας ή διαταραχής.
Συνώνυμα
αιτία λόγος αιτιολόγηση εξήγηση ερμηνεία δικαιολόγηση τεκμηρίωση προέλευση σκεπτικό δικαιολογία επιχείρημα πρόφαση υπόθεση ανάλυση θεμελίωση αφορμή εξήγημα αίτιο αιτιότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αιτιολογία της νόσου παραμένει άγνωστη.
- Στην απόφασή του το δικαστήριο παρέθεσε αναλυτική αιτιολογία.
- Μας ζήτησαν αναλυτική αιτιολογία για τις δαπάνες του προϋπολογισμού.
- Ο επιστήμονας παρουσίασε μια θεωρία που εξηγεί την αιτιολογία του φαινομένου.
- Η έκθεση απαιτεί ρητή αιτιολογία για την επιλογή των δειγμάτων.