αδρός
επίθετο1. Που έχει μεγάλο πάχος ή όγκο, με βαριά ή στιβαρή κατασκευή.
2. Που παρουσιάζει επιφάνεια ή υφή με μεγάλα και ορατά στοιχεία, χωρίς λεπτή ή λεπτομερή διαμόρφωση.
3. Που αποτελεί αρκετό μέγεθος ή ποσότητα ώστε να έχει πρακτική επίδραση ή αξία.
Συνώνυμα
χονδρός χονδρικός αδρομερής προσεγγιστικός πρόχειρος ακαθάριστος χοντρός χοντροειδής χονδροειδής τραχύς παχύς ογκώδης βαρύς ακατέργαστος χοντροκομμένος ωμός συνοπτικός ψιλόκοκκος απλοϊκός άγριος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ύφασμα έχει αδρή υφή.
- Έκανε έναν αδρό υπολογισμό του κόστους για το έργο.
- Πήρε ένα αδρό ποσό για τις υπηρεσίες του.
- Υπήρχαν αδρές πληροφορίες στην αναφορά, αλλά έλειπαν οι λεπτομέρειες.
- Το αδρό εισόδημα αναφέρεται πριν από τις φορολογικές κρατήσεις.