αδιευκρίνιστος
επίθετο1. Που δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια, είτε επειδή λείπουν επαρκείς πληροφορίες είτε γιατί τα διαθέσιμα στοιχεία είναι συγκεχυμένα ή αντιφατικά.
Συνώνυμα
ασαφής απροσδιόριστος ακαθόριστος αβέβαιος ανεξήγητος ανεπίλυτος αμφίβολος θολός άδηλος ανεπιβεβαίωτος μυστήριος σκοτεινός γκρίζος μπερδεμένος ημιτελής ακατανόητος
Αντώνυμα
σαφής ξεκάθαρος διευκρινισμένος αποσαφηνισμένος ορισμένος συγκεκριμένος προσδιορισμένος καθορισμένος ξεκαθαρισμένος ευκρινής επιβεβαιωμένος βέβαιος διαυγής κατανοητός διακριτός επιλυμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λόγος του ατυχήματος παραμένει αδιευκρίνιστος.
- Ο αποστολέας του μηνύματος παραμένει αδιευκρίνιστος.
- Ένας αδιευκρίνιστος παράγοντας επηρέασε τα αποτελέσματα της μελέτης.
- Ο αριθμός των αγνοουμένων παραμένει αδιευκρίνιστος.
- Ο χρόνος άφιξης του τρένου έμεινε αδιευκρίνιστος.
- Ο χαρακτήρας του περιστατικού είναι ακόμη αδιευκρίνιστος.