αδιαπέραστος
επίθετο1. Που δεν επιτρέπει τη διείσδυση υλικών, υγρών, αερίων ή ακτινοβολίας, έτσι ώστε να μην μπορεί να διασχιστεί ή να διαρρεύσει από εξωτερικά μέσα.
Συνώνυμα
απροσπέλαστος αδιάβατος απόρθητος αδιαφανής αλώβητος αδιάτρητος αδιάρρηκτος άτρωτος άθραυστος οχυρωμένος ανίκητος θωρακισμένος ανθεκτικός συμπαγής σφραγισμένος κλειστός
Αντώνυμα
διαπερατός διαφανής διαβατός προσβάσιμος ευάλωτος τρωτός προσπελάσιμος διάτρητος πορώδης εύθραυστος παραβιάσιμος διάφανος ανοιχτός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τοίχος ήταν αδιαπέραστος και δεν άφηνε ούτε λίγο φως να περάσει.
- Το δάσος ήταν τόσο πυκνό, που φαινόταν σχεδόν αδιαπέραστο.
- Η ομίχλη ήταν αδιαπέραστη και δυσκόλευε πολύ την οδήγηση.
- Παρά τις προσπάθειες, κράτησε μια αδιαπέραστη στάση και δεν αποκάλυψε τίποτα.
- Η σιωπή του ήταν αδιαπέραστη, σαν να μην ήθελε να συζητήσει το θέμα.