αδιάλειπτα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν παρουσιάζει διακοπή ή παύση κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου ή μιας ενέργειας.
2. Σε συνεχόμενη ροή γεγονότων ή εργασιών χωρίς ενδιάμεσα διαλείμματα.
Συνώνυμα
συνεχώς διαρκώς αδιάκοπα αδιαλείπτως ασταμάτητα ακατάπαυστα συνέχεια συνεχόμενα ανελλιπώς απρόσκοπτα μονίμως πάντοτε ατέρμονα σταθερά παντοτινά επίμονα καθημερινά ανέκαθεν αιωνίως τακτικά
Αντώνυμα
διακεκομμένα διαλειμματικά αποσπασματικά σποραδικά σπαστά ενίοτε περιστασιακά παροδικά αραιά προσωρινά σπάνια
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ποταμός κυλά αδιάλειπτα προς τη θάλασσα.
- Οι νοσηλευτές εργάζονται αδιάλειπτα κατά τη διάρκεια της κρίσης.
- Ο διακομιστής λειτουργεί αδιάλειπτα για να εξυπηρετεί τους χρήστες.
- Παρακολούθησε την παράσταση αδιάλειπτα χωρίς να κάνει διάλειμμα.
- Οι κάμερες κατέγραφαν αδιάλειπτα το χώρο για λόγους ασφαλείας.
- Συζητούσαν αδιάλειπτα μέχρι το πρωί.