αδημονία
ουσιαστικόΨυχική κατάσταση έντονης εσωτερικής αναταραχής και δυσφορίας, με αυξημένη προσδοκία και ανάγκη να συμβεί ή να αποκτηθεί κάτι άμεσα, που συχνά συνοδεύεται από νευρικότητα και αδυναμία υπομονής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αδημονία των παιδιών ήταν αισθητή πριν το άνοιγμα των δώρων.
- Περπατούσε με αδημονία έξω από την αίθουσα, περιμένοντας τα αποτελέσματα.
- Ένιωθε αδημονία για το νέο του ξεκίνημα, αλλά και κάποιο φόβο.
- Η αδημονία για την ανακοίνωση της διάσκεψης οδήγησε τους δημοσιογράφους στο συνέδριο νωρίτερα.
- Μια ανεξέλεγκτη αδημονία μπορεί να επηρεάσει την κρίση και τις αποφάσεις.