έσοδα

ουσιαστικό

1. Ποσά χρημάτων ή οικονομικοί πόροι που εισπράττονται από άτομο, επιχείρηση ή οργανισμό ως αποτέλεσμα πωλήσεων, παροχής υπηρεσιών, επενδύσεων ή άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων.

Συνώνυμα

έσοδο πρόσοδος βιοπορισμός εισόδημα εισόδηματα εισπράξεις τζίρος εισροή εισροές αποδοχές απολαβές απόδοση κέρδος κέρδη λεφτά φράγκα αμοιβή

Αντώνυμα

έξοδα δαπάνες κόστη έξοδο κόστος δαπάνη ζημία ζημίες έλλειμμα χρέη απώλειες σπατάλες

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα έσοδα της εταιρείας αυξήθηκαν κατά 15% φέτος.
  • Το κράτος ανακοίνωσε ότι τα έσοδα από φόρους θα μειωθούν το επόμενο έτος.
  • Τα μηνιαία έσοδα μου δεν φτάνουν για να καλύψουν τα έξοδα.
  • Τα έσοδα από τις πωλήσεις του νέου προϊόντος ήταν υψηλότερα του αναμενόμενου.
  • Στον προϋπολογισμό, τα έσοδα καταγράφονται χωριστά από τα έξοδα.