έρωτας
ουσιαστικό1. Ισχυρό συναίσθημα βαθιάς στοργής, προσκόλλησης και αμοιβαίας επιθυμίας για συναισθηματική και σωματική οικειότητα ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον πήρε ο έρωτας με την πρώτη ματιά.
- Ο έρωτας είναι τυφλός.
- Ένιωσαν έναν σφοδρό έρωτα ο ένας για τον άλλο.
- Οι έρωτες της νεότητας είναι έντονοι αλλά συχνά παροδικοί.
- Έγραψε πολλά τραγούδια για τον έρωτα.